αξιοποιώ

ρήμα

1. Κάνω κάτι να αποδώσει ή να φέρει όφελος αξιοποιώντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τις δυνατότητες ή τους διαθέσιμους πόρους του.

Συνώνυμα

χρησιμοποιώ εκμεταλλεύω εκμεταλλεύομαι μεταχειρίζομαι εφαρμόζω διαχειρίζομαι αναδεικνύω καλλιεργώ αποκομίζω μετατρέπω ενεργοποιώ εξαργυρώνω ξεζουμίζω καταναλώνω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Προσπαθώ να αξιοποιώ τον ελεύθερό μου χρόνο διαβάζοντας βιβλία.
  • Η εταιρεία θέλει να αξιοποιήσει τις νέες τεχνολογίες για να βελτιώσει τις υπηρεσίες της.
  • Ο δήμος πρέπει να αξιοποιεί καλύτερα τους δημόσιους χώρους της πόλης.
  • Ο καθηγητής μάς έμαθε να αξιοποιούμε τις γνώσεις μας στην πράξη.
  • Με σωστό σχεδιασμό, μπορούμε να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητες της ομάδας.
  • Το παλιό κτήριο θα αξιοποιηθεί ως πολιτιστικό κέντρο.