ασπάζομαι
ρήμα1. Αγγίζω με τα χείλη τα μάγουλα ή τα χείλη κάποιου ως χαιρετισμό, έκφραση στοργής ή σεβασμού.
2. Τυλίγω στα χέρια μου και κρατώ κοντά μου κάποιον ως έκφραση στοργής, παρηγοριάς ή υποδοχής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί, ασπάζομαι τη σύζυγό μου πριν φύγει.
- Στη συζήτηση, ασπάζομαι τις απόψεις που προάγουν την ισότητα.
- Στην εκκλησία, ασπάζομαι την εικόνα με ευλάβεια.
- Μέσω της τέχνης μου, ασπάζομαι τον αγώνα για κοινωνική αλλαγή.
- Στη συνέλευση, ασπάζομαι την πρόταση και υποστηρίζω την εφαρμογή της.