περνάω

ρήμα

1. Μετακινούμαι από ένα σημείο σε άλλο, περνάω από τόπο, δρόμο ή πέρασμα.

2. Διέρχομαι ή διαπερνώ ένα υλικό, εμπόδιο ή μέσο, περνώντας μέσα από κάτι.

3. Μεταφέρω ή παραδίδω κάτι από ένα άτομο ή τόπο σε άλλο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ περνάω από το πάρκο κάθε πρωί.
  • Εγώ περνάω πολύ καλά όταν βγαίνω με τους φίλους μου.
  • Εγώ περνάω δύσκολες στιγμές μετά το ατύχημα.
  • Εγώ περνάω εύκολα τα διαγωνίσματα όταν διαβάζω.
  • Εγώ περνάω την ώρα διαβάζοντας ένα βιβλίο.