επισκοπώ
ρήμα1. Εξετάζω προσεκτικά κάτι για να διαπιστώσω την κατάσταση, την ποιότητα ή τη λειτουργία του.
2. Επιβλέπω και ελέγχω τη λειτουργία, την τήρηση κανόνων ή την πορεία εργασιών σε πρόσωπα, υπηρεσίες ή διαδικασίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Καθημερινά επισκοπώ τα αποθέματα του φαρμακείου.
- Ως πρόεδρος της επιτροπής, επισκοπώ τη διαδικασία έγκρισης των προτάσεων.
- Με τα κιάλια, επισκοπώ τον ορίζοντα για σημάδια κινδύνου.
- Κατά την επίσκεψη στο εργοτάξιο, επισκοπώ την πρόοδο των εργασιών.
- Ως επίσκοπος της επαρχίας, επισκοπώ τις ενορίες και τα διοικητικά τους ζητήματα.