συνηθίζω
ρήμα1. Αποκτώ συνήθεια ή εξοικειώνομαι με κάτι, προσαρμόζομαι σε κατάσταση, συμπεριφορά ή συνθήκες.
2. Κάνω κάποιον ή κάτι να αποκτήσει συνήθεια ή να εξοικειωθεί.
3. Πράττω συστηματικά ή συχνά κάτι· έχω τη συνήθεια να το κάνω.
Συνώνυμα
εθίζομαι εξοικειώνομαι προσαρμόζομαι εγκλιματίζομαι εθίζω παγιώνομαι οικειοποιούμαι συμβιβάζομαι αφομοιώνομαι κολλάω προσαρμόζω
Αντώνυμα
απεξοικειώνομαι αποσυνηθίζω αποφεύγω αρνούμαι απεχθάνομαι αντιπαθώ αποστρέφομαι ανατριχιάζω αντιστέκομαι διστάζω εκπλήσσω ταράζομαι συγκλονίζομαι φρίττω
Παραδείγματα χρήσης
- Συνήθως συνηθίζω να πίνω έναν καφέ πριν ξεκινήσω τη δουλειά.
- Κάθε καλοκαίρι συνηθίζω να πηγαίνω διακοπές στη θάλασσα.
- Μετά από λίγες εβδομάδες στη νέα πόλη, συνηθίζω στους καινούργιους ρυθμούς.
- Δεν συνηθίζω εύκολα στα πολύ πικάντικα φαγητά.
- Για να χαλαρώσω το βράδυ, συνηθίζω να ακούω μουσική πριν κοιμηθώ.