προσκομίζω
ρήμα1. Μεταφέρω και παραδίδω κάτι σε κάποιον ή σε έναν τόπο, συνήθως με σκοπό την παράδοση, την παρουσίαση ή την επίδοση.
2. Υποβάλλω επίσημα έγγραφα, αποδείξεις ή αιτήματα προς αρμόδια αρχή, οργανισμό ή δικαστήριο για αξιολόγηση, καταχώριση ή τήρηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα προσκομίζω τα απαιτούμενα δικαιολογητικά στο ληξιαρχείο.
- Κάθε πρωί προσκομίζω δείγματα από το εργαστήριο για ανάλυση.
- Στο δικαστήριο προσκομίζω νέες αποδείξεις υπέρ της υπεράσπισης.
- Με αυτή την καθυστέρηση προσκομίζω σημαντική ζημία στην εταιρεία.
- Μέσα στην ομάδα προσκομίζω όφελος με τις προτάσεις μου.