επιδιώκω
ρήμα1. Καταβάλλω στοχευμένες ενέργειες και προσπάθειες για να πετύχω έναν συγκεκριμένο σκοπό ή αποτέλεσμα.
2. Επιχειρώ να εξασφαλίσω ή να αποκτήσω κάτι μέσω σχεδιασμένης δράσης και επίμονης προσπάθειας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Επιδιώκω να βελτιώσω τις γλωσσικές μου δεξιότητες.
- Η εταιρεία επιδιώκει την επέκταση στις διεθνείς αγορές.
- Ο καθηγητής επιδιώκει να κινητοποιήσει τους μαθητές του για την έρευνα.
- Οι υποψήφιοι επιδιώκουν την αποδοχή στο πρόγραμμα σπουδών.
- Επιδιώκουμε μια δίκαιη συμφωνία που δεν θα θίγει τα δικαιώματά μας.
- Η δημοτική παράταξη επιδιώκει να κερδίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών.