μεταδίδω
ρήμα1. Μεταφέρω ή διαβιβάζω πληροφορίες, μηνύματα ή γνώσεις από ένα πρόσωπο, φορέα ή μέσο σε άλλο.
2. Προκαλώ τη διάδοση ασθένειας, μικροοργανισμού ή παθογόνου παράγοντα από έναν οργανισμό ή άτομο σε άλλο.
Συνώνυμα
διαβιβάζω αναμεταδίδω μεταφέρω μεταβιβάζω διαδίδω εκπέμπω μεταλαμπαδεύω ενημερώνω κοινοποιώ στέλνω προωθώ ανακοινώνω αναγγέλλω αποστέλλω προβάλλω μοιράζομαι ειδοποιώ επικοινωνώ κολλώ μολύνω παραδίδω περνάω διαχέω διανέμω αναπαράγω διαμοιράζω διασπείρω αναρτώ δημοσιεύω εκφράζω πληροφορώ φέρω απαγγέλλω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη δουλειά μου μεταδίδω το δελτίο ειδήσεων ζωντανά.
- Χωρίς προφύλαξη μεταδίδω εύκολα λοιμώξεις στους άλλους.
- Στο εργαστήριο μεταδίδω δεδομένα από το κινητό στον υπολογιστή μέσω Bluetooth.
- Στους μαθητές μου μεταδίδω την αγάπη για τη βιβλιοθήκη και την έρευνα.
- Κατά τη διάρκεια της συναυλίας μεταδίδω εικόνα και ήχο ζωντανά στο διαδίκτυο.