παρασέρνομαι
ρήμα1. Μετακινούμαι ή απομακρύνομαι βίαια και ανεξέλεγκτα από ρεύμα, κύμα, άνεμο ή άλλη φυσική δύναμη, χωρίς δική μου βούληση.
2. Επηρεάζομαι έντονα από συναισθήματα ή παρορμήσεις και ενεργώ χωρίς αυτοέλεγχο.
Συνώνυμα
παρασύρομαι σέρνομαι παραδίνομαι υποκύπτω επηρεάζομαι παραπλανιέμαι κυριεύομαι κατακλύζομαι χάνομαι παραφέρομαι παθιάζομαι καταβάλλομαι πνίγομαι συναρπάζομαι ξεγελιέμαι ενθουσιάζομαι εκστασιάζομαι τρελαίνομαι εμπλέκομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στον ποταμό παρασέρνομαι από τα ορμητικά νερά.
- Στη συζήτηση, μερικές φορές παρασέρνομαι από τα συναισθήματά μου.
- Μαζί με την παρέα παρασέρνομαι και κάνω πράγματα που μετά μετανιώνω.
- Στην παρουσίαση, παρασέρνομαι από τον ενθουσιασμό και ξεφεύγω από το θέμα.
- Καθώς διαβάζω ένα βιβλίο, παρασέρνομαι στην πλοκή και χάνω την αίσθηση του χρόνου.