ξεσπάω
ρήμα1. Απελευθερώνω ξαφνικά και έντονα συναισθήματα ή αντιδράσεις, όπως θυμό, λύπη, γέλιο ή κλάμα.
2. Ξεκινάω απότομα και με δύναμη (για φυσικό φαινόμενο ή βίαιη ενέργεια), όπως καταιγίδα, φωτιά ή επιδημία.
Συνώνυμα
εκτονώνομαι σκάω ξεκαρδίζομαι λυγίζω εκρήγνυμαι κλαίω γελάω οργίζομαι επιτίθεμαι εκδηλώνομαι φουντώνω ορμάω εκδηλώνω αποφορτίζομαι αδειάζω εμφανίζομαι σπαράζω ξεσαλώνω θυμώνω αφήνομαι εκφράζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μόλις άκουσε τα νέα, ξέσπασε σε κλάματα.
- Κάθε φορά που θυμάται το αστείο, ξεσπάει σε γέλια.
- Όταν είμαι πολύ πιεσμένος, συχνά ξεσπάω πάνω στους συναδέλφους μου.
- Το μεσημέρι ξεσπάει έντονη καταιγίδα.
- Πριν από δύο χρόνια, στην περιοχή ξέσπασε επιδημία ιλαράς.
- Μετά το τέλος της ομιλίας, το κοινό ξεσπάει σε θερμό χειροκρότημα.