μαθαίνω

ρήμα

1. Αποκτώ γνώση, πληροφορίες ή δεξιότητες μέσω μελέτης, πρακτικής, εμπειρίας ή διδασκαλίας.

2. Έρχομαι να γνωρίζω κάτι που πριν δεν ήξερα και αναπτύσσω κατανόηση ή ικανότητα στη χρήση του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ μαθαίνω ελληνικά κάθε μέρα.
  • Σιγά-σιγά μαθαίνω να οδηγώ με άνεση.
  • Σήμερα μαθαίνω ότι η συνάντηση ακυρώθηκε.
  • Κάθε μέρα μαθαίνω ένα νέο ποίημα απέξω.
  • Από τα λάθη μου μαθαίνω περισσότερα από ό,τι από τις επιτυχίες.