γυρίζω
ρήμα1. Κάνω ένα αντικείμενο ή το σώμα να κινηθεί κυκλικά γύρω από έναν άξονα ή αλλάζω τη φορά του.
2. Πηγαίνω ξανά σε προηγούμενο τόπο ή επανέρχομαι σε προγενέστερη κατάσταση.
Συνώνυμα
επιστρέφω γυρνάω περιστρέφομαι αναποδογυρίζω φιλμάρω κινηματογραφώ γυρνώ στρίβω ξαναέρχομαι επανέρχομαι περιστρέφω στρέφω στρέφομαι στριφογυρίζω αναστρέφω αναστρέφομαι τραβάω περιφέρομαι περιφέρω επαναφέρω κυκλοφορώ αποστρέφω επανακάμπτω περιδιαβαίνω τριγυρνώ στροβιλίζω ξεφυλλίζω γυρνίζω περνάω στρογγυλοποιώ ανακυκλώνω αλλάζω περπατάω ταξιδεύω μετακινούμαι στροβιλίζομαι γέρνω τριγυρίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα γυρίζω νωρίς στο σπίτι.
- Με το κλειδί γυρίζω την κλειδαριά για να ανοίξει η πόρτα.
- Σήμερα γυρίζω σκηνές για την ταινία στο στούντιο.
- Όταν διαβάζω, γυρίζω προσεκτικά τη σελίδα.
- Κάθε πρωί γυρίζω το παλιό μου ρολόι.
- Ξαφνικά γυρίζω και βλέπω κάποιον πίσω μου.