συνεργάζομαι
ρήμα1. Ενεργώ από κοινού με ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή φορείς, μοιράζομαι καθήκοντα και αποφάσεις για την επίτευξη κοινού σκοπού.
2. Ανταλλάσσω πληροφορίες, πόρους ή δεξιότητες και προσαρμόζω τη δράση μου σύμφωνα με τις ανάγκες του κοινού έργου.
Συνώνυμα
συνεργώ συμπράττω συνεταιρίζομαι συνεννοούμαι συντονίζομαι συμμαχώ συμβάλλω συμμετέχω δουλεύω βοηθώ συνδράμω συμπορεύομαι διαπραγματεύομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ συνεργάζομαι συχνά με συναδέλφους για την υλοποίηση νέων έργων.
- Ως σύμβουλος, συνεργάζομαι με πολλές εταιρείες του κλάδου.
- Στο πανεπιστήμιο συνεργάζομαι με άλλους ερευνητές σε διεθνή προγράμματα.
- Με σκοπό τη διαφάνεια, συνεργάζομαι με τις αρχές και τους μάρτυρες.
- Στις πρόβες συνεργάζομαι στενά με τον χορογράφο και τους χορευτές.