σχολιάζω

ρήμα

1. Εκφράζω παρατήρηση, γνώμη ή κρίση για κάποιο γεγονός, κείμενο, δήλωση ή συμπεριφορά.

2. Προσθέτω σημειώσεις ή επεξηγήσεις σε κείμενο, εικόνα ή αρχείο με σκοπό τη διευκρίνιση ή την ανάλυση του περιεχομένου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Συχνά σχολιάζω άρθρα στο διαδίκτυο.
  • Στο περιθώριο του βιβλίου σχολιάζω σημαντικές ιδέες.
  • Σε συναντήσεις, συνήθως σχολιάζω την πρόταση μετά την παρουσίαση.
  • Όταν βλέπω ταινίες, σχολιάζω τις σκηνοθετικές επιλογές.
  • Στο μπλογκ μου σχολιάζω καθημερινά πολιτικά γεγονότα.