γλιτώνω
ρήμα1. Αποφεύγω ή ξεφεύγω από άμεσο κίνδυνο, βλάβη, σύλληψη ή τραυματισμό.
2. Καταφέρνω να μην υποστώ τιμωρία ή συνέπειες για κάποια πράξη ή παράλειψη.
3. Αποφεύγω οικονομική επιβάρυνση, απώλεια ή άλλη ζημία, εξοικονομώντας πόρους ή χρόνο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε φορά που παρκάρω σε καλά φωτισμένο σημείο, γλιτώνω από κλοπές.
- Με την ασφάλεια υγείας γλιτώνω πολλά έξοδα νοσηλείας.
- Πηγαίνοντας νωρίς στο γραφείο, γλιτώνω την πρωινή κίνηση.
- Μερικές φορές με ένα μικρό ψέμα γλιτώνω αμηχανίες.
- Με τη σωστή συντήρηση του σπιτιού γλιτώνω μεγαλύτερες επισκευές αργότερα.