απαντάω

ρήμα

1. Παρέχω ή εκφέρω πληροφορία ή αντίκρυσμα σε ερώτηση, αίτημα, σχόλιο ή μήνυμα, προφορικά ή γραπτά.

2. Ανταποκρίνομαι σε μια πρόκληση, γεγονός ή κατάσταση με λόγια ή πράξεις.

3. Διευκρινίζω, εξηγώ ή επιλύω ένα ζήτημα δίνοντας σχετικές πληροφορίες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στην τάξη απαντάω πάντα στις ερωτήσεις του καθηγητή.
  • Στο κινητό μου απαντάω συνήθως μετά από δύο κουδουνίσματα.
  • Στα επαγγελματικά μηνύματα απαντάω μέσα σε μία εργάσιμη ημέρα.
  • Σε όποιον με βοηθάει απαντάω με ευγνωμοσύνη.
  • Στο κρύο απαντάω με ρίγη.