καλώ
ρήμα1. Προσελκύω την προσοχή κάποιου, φωνάζοντάς του ή χρησιμοποιώντας το τηλέφωνο ή άλλο μέσο, με σκοπό την επικοινωνία ή την ειδοποίηση.
2. Προσκαλώ κάποιον να παραστεί σε εκδήλωση, σύγκεντρωση ή άλλη δραστηριότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τον καλώ στο τηλέφωνο κάθε βράδυ.
- Σας καλώ στο γάμο μας την Κυριακή.
- Σας καλώ να τηρήσετε τους κανόνες του μουσείου.
- Τον καλώ να έρθει εδώ αμέσως.
- Σε καλώ, μη φεύγεις.