διασώζομαι
ρήμα1. Να μεταφέρεται ή να τοποθετείται σε ασφαλές μέρος πρόσωπο ή ομάδα μετά από κατάσταση κινδύνου, συνήθως χάρη σε παρέμβαση άλλων ή ευνοϊκές συνθήκες.
Συνώνυμα
σώζομαι επιζώ επιβιώνω γλιτώνω διατηρούμαι συντηρούμαι διαφυλάσσομαι γλυτώνω απεγκλωβίζομαι λυτρώνομαι ξεφεύγω αποφεύγω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο τραυματίας διασώζεται από το πλήρωμα του ελικοπτέρου.
- Από εκείνη την έκρηξη διασώζομαι μόνο με ελαφρά τραύματα.
- Πολλά χειρόγραφα της μονής διασώζονται έως σήμερα.
- Τα τοπικά έθιμα διασώζονται μέσα από τις προφορικές παραδόσεις.
- Τα αρχεία στον σέρβερ διασώζονται αυτόματα κάθε βράδυ.