επιθυμώ

ρήμα

1. Αισθάνομαι ή εκδηλώνω έντονη επιθυμία για κάτι, για την απόκτηση, την πραγματοποίηση ή την παρουσία κάποιου αντικειμένου, κατάστασης ή αποτελέσματος.

2. Εκφράζω αίτημα ή πρόθεση ώστε κάτι να συμβεί ή να μου παραχωρηθεί.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το καλοκαίρι επιθυμώ να ταξιδέψω στην Ιαπωνία.
  • Δεν επιθυμώ να λαμβάνω διαφημιστικά μηνύματα στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο.
  • Στην αίτησή μου επιθυμώ να δηλώσω αλλαγή διεύθυνσης.
  • Για το δείπνο επιθυμώ ένα χορτοφαγικό πιάτο.
  • Για πληροφορίες σχετικά με το πρόγραμμα, επιθυμώ να λάβω αναλυτικό φυλλάδιο.