υφίσταμαι
ρήμα1. Να υπόκειται σε εξωτερική επίδραση ή ενέργεια και, εξαιτίας της, να παθαίνει βλάβη, μεταβολή ή άλλη συνέπεια.
2. Να γίνεται αντικείμενο διαδικασίας, εξέτασης ή εφαρμογής μέτρων, δηλαδή να υφίσταται παρέμβαση ή αξιολόγηση.
Συνώνυμα
υποβάλλομαι υπόκειμαι υπάρχω παρουσιάζεται υποκείμαι περνάω τραβώ δέχομαι παθαίνω υποφέρω υπομένω αντέχω εμφανίζεται προκύπτει αντιμετωπίζομαι περνώ είμαι φέρομαι απογίνομαι ανέχομαι διαρκώ δοκιμάζομαι βιώνω καταπιέζομαι παίρνω τρώνω πάσχω πληγώνομαι εμφανίζομαι πονάω απομένω γεύομαι διαβιώνω καταβάλλω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κτίριο υφίσταται σοβαρές ζημιές μετά τον σεισμό.
- Οι εργαζόμενοι υφίστανται πολλές αλλαγές στην οργάνωση της εταιρείας.
- Υφίσταμαι συνεχώς κριτική για τις αποφάσεις μου.
- Στην περιοχή υφίσταται πρόβλημα ρύπανσης που πρέπει να αντιμετωπιστεί.
- Ο ασθενής υφίσταται χειρουργική επέμβαση αύριο.