υφίσταμαι

ρήμα

1. Να υπόκειται σε εξωτερική επίδραση ή ενέργεια και, εξαιτίας της, να παθαίνει βλάβη, μεταβολή ή άλλη συνέπεια.

2. Να γίνεται αντικείμενο διαδικασίας, εξέτασης ή εφαρμογής μέτρων, δηλαδή να υφίσταται παρέμβαση ή αξιολόγηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το κτίριο υφίσταται σοβαρές ζημιές μετά τον σεισμό.
  • Οι εργαζόμενοι υφίστανται πολλές αλλαγές στην οργάνωση της εταιρείας.
  • Υφίσταμαι συνεχώς κριτική για τις αποφάσεις μου.
  • Στην περιοχή υφίσταται πρόβλημα ρύπανσης που πρέπει να αντιμετωπιστεί.
  • Ο ασθενής υφίσταται χειρουργική επέμβαση αύριο.