επαναλαμβάνω
ρήμα1. Κάνω ή λέω ξανά κάτι που έχει ήδη γίνει ή ειπωθεί, για να το τονίσω, να το διορθώσω ή να διασφαλίσω ότι γίνεται κατανοητό.
2. Εκτελώ την ίδια ενέργεια επανειλημμένα ή περιοδικά, με σκοπό τη συνέχιση, τη δοκιμή ή τη συντήρηση μιας κατάστασης.
Συνώνυμα
ξαναλέω ξανακάνω αναπαράγω ανακεφαλαιώνω παπαγαλίζω ξαναπαίζω ξαναπροσπαθώ επαναφέρω επανυποβάλλω ξαναπαίρνω αντιγράφω υπενθυμίζω συνεχίζω αναβιώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Για να γίνω σαφής, επαναλαμβάνω την ερώτηση.
- Κάθε πρωί, επαναλαμβάνω τις ασκήσεις φωνητικής για να βελτιωθώ.
- Στο εργαστήριο, επαναλαμβάνω το πείραμα μέχρι να έχω αξιόπιστα αποτελέσματα.
- Στο ρεφρέν του τραγουδιού, επαναλαμβάνω τη μελωδία δύο φορές.
- Προειδοποιώ και επαναλαμβάνω ότι δεν θα υπάρξει άλλη παράταση.