φιλέω

ρήμα

1. Εκδηλώνω στοργή ή τρυφερότητα προς κάποιον με λόγια, χειρονομίες ή συμπεριφορά.

2. Αγγίζω με τα χείλη τα χείλη ή το πρόσωπο κάποιου ως ένδειξη στοργής, χαιρετισμού ή τρυφερότητας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ φιλέω την οικογένειά μου με όλη μου την καρδιά.
  • Στα αρχαία κείμενα, η λέξη φιλέω χρησιμοποιείται συχνά με τη σημασία 'φιλάω'.
  • Το ρήμα φιλέω εμφανίζεται σε παλαιότερα κείμενα για να δηλώσει στοργή ή φιλία.
  • Κάθε πρωί, πριν φύγουν για το σχολείο, φιλέω τα παιδιά μου με ένα φιλί.
  • Σε κάποιες διαλέκτους, το φιλέω μπορούσε να σημαίνει και 'υποδέχομαι με φιλία'.