γυρεύω
ρήμα1. Κάνω ενέργειες για να εντοπίσω ή να βρω κάτι που λείπει ή με ενδιαφέρει, μέσω αναζήτησης, έρευνας ή προσπάθειας.
2. Απευθύνω αίτημα ή προσπαθώ να αποκτήσω κάτι από κάποιον, εκφράζοντας επιθυμία ή απαίτηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αυτή την περίοδο γυρεύω δουλειά.
- Τι γυρεύεις εδώ τέτοια ώρα;
- Του γυρεύω εξηγήσεις για την καθυστέρηση.
- Μην γυρεύεις μπελάδες με τέτοια συμπεριφορά.
- Χτες γύρευα τα κλειδιά μου για ώρες και τελικά τα βρήκα στο πορτοφόλι.
- Κάθε καλοκαίρι γυρεύουμε δροσιά στο βουνό.