κρύβομαι

ρήμα

1. Τοποθετούμαι ή παραμένω σε σημείο ή θέση ώστε να μην γίνομαι ορατός ή να μην εντοπίζομαι από άλλους.

2. Επιχειρώ να αποφύγω κίνδυνο, επιπλήξεις ή καταδίωξη μένοντας σε μυστική ή μη εμφανή θέση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Όταν παίζουμε κρυφτό, κρύβομαι πίσω από ένα μεγάλο δέντρο.
  • Σε στιγμές ντροπής, κρύβομαι πίσω από ένα ψεύτικο χαμόγελο.
  • Για να αποφύγω τις ερωτήσεις, κρύβομαι πίσω από γενικές απαντήσεις.
  • Κατά τη διάρκεια της νύχτας, κρύβομαι στη σκιά του κτιρίου για να μην με δουν.
  • Μετά τη διαδήλωση, κρύβομαι από την αστυνομία για λίγες ώρες.