πειραματίζομαι
ρήμα1. Εκτελώ πειράματα ή δοκιμές με σκοπό να εξετάσω, να επαληθεύσω ή να ανακαλύψω ιδιότητες, σχέσεις ή αποτελέσματα.
2. Δοκιμάζω νέες μεθόδους, διαδικασίες, υλικά ή προσεγγίσεις στην πράξη για να αξιολογήσω την αποτελεσματικότητα ή τις συνέπειες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο εργαστήριο πειραματίζομαι με νέα φάρμακα για να βρω καλύτερη σύνθεση.
- Στην κουζίνα πειραματίζομαι με διαφορετικούς συνδυασμούς μπαχαρικών.
- Στη ζωγραφική πειραματίζομαι με υφές και χρώματα για να ανανεώσω το στιλ μου.
- Στην ανάπτυξη λογισμικού πειραματίζομαι με νέες βιβλιοθήκες και αλγορίθμους.
- Τις τελευταίες εβδομάδες πειραματίζομαι με το πρόγραμμα ύπνου μου για να δω πώς επηρεάζεται η ενέργειά μου.