πίνω
ρήμα1. Καταναλώνω υγρό μέσω του στόματος, εισάγοντάς το στον οργανισμό για ενυδάτωση ή θρέψη.
2. Καταναλώνω αλκοολικό ποτό για απόλαυση, κοινωνική συμμετοχή ή για να προκαλέσω την επιθυμητή επίδραση στον οργανισμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί πίνω έναν καφέ πριν φύγω για τη δουλειά.
- Στο δείπνο συνήθως πίνω ένα ποτήρι κόκκινο κρασί.
- Όταν είμαι άρρωστος, πίνω το σιρόπι που μου έδωσε ο γιατρός κάθε βράδυ.
- Μετά την προπόνηση πίνω πολύ νερό για να αναπληρώσω τα υγρά.
- Δεν πίνω αλκοόλ, οπότε παραγγέλνω αναψυκτικό.