μπλέκω

ρήμα

1. Ενώνω ή καθιστώ να ενώνονται μεταξύ τους νήματα, σχοινιά, τρίχες, σύρματα ή άλλα αντικείμενα, εγκλωβίζοντας τα σε κόμπους ή σε αλληλοσυνδεόμενη διάταξη που δυσχεραίνει το ξεμπέρδεμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μην μπλέκεις τα καλώδια πίσω από την τηλεόραση.
  • Μην μπλέκεσαι με ανθρώπους που προκαλούν προβλήματα.
  • Τα σχοινιά μπλέχτηκαν στον άνεμο και δεν μπορούσαμε να τα ξεδιπλώσουμε.
  • Θα μπλέξω αν προσπαθήσω να εξηγήσω και τα δύο ταυτόχρονα.
  • Τον μπλέξανε σε μια υπόθεση με την οποία δεν είχε καμία σχέση.