προξενώ

ρήμα

1. Προκαλώ ή φέρνω ως αποτέλεσμα την εμφάνιση ή εκδήλωση μιας κατάστασης, επίδρασης, εντύπωσης ή βλάβης σε πρόσωπο, αντικείμενο ή γεγονός.

2. Διαμεσολαβώ ως προξενητής για να φέρω σε σχέση ή να ενώσω δύο πρόσωπα με σκοπό τον γάμο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πλημμύρα προξενεί μεγάλες ζημιές στα σπίτια.
  • Το επείγον μήνυμα προξενεί ανησυχία στους κατοίκους.
  • Η αδιάφορη απάντησή του προξενεί αμηχανία στην παρέα.
  • Οι καθυστερήσεις στη μεταφορά προξενούν σοβαρά προβλήματα στην παραγωγή.
  • Η λανθασμένη διάγνωση προξενεί επιπλοκές στην υγεία του ασθενούς.