στρέφομαι
ρήμα1. Γυρίζω το σώμα ή μέρος αυτού προς συγκεκριμένη κατεύθυνση ή γύρω από άξονα.
2. Κατευθύνω την προσοχή, τα λόγια ή τις ενέργειες προς κάποιον ή κάτι.
3. Απευθύνομαι σε πρόσωπο ή φορέα ζητώντας βοήθεια, πληροφορίες, συμβουλή ή υποστήριξη.
Συνώνυμα
στραφώ γυρίζομαι γυρνάω περιστρέφομαι κατευθύνομαι προσανατολίζομαι απευθύνομαι επικεντρώνομαι προστρέχω γυρνώ στρίβω γυρίζω εστιάζω στριφογυρίζω προσηλώνομαι στριφογυρίζομαι κινούμαι αφοσιώνομαι προσεγγίζω σκοπεύω γέρνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν ακούω έναν ξαφνικό θόρυβο, στρέφομαι πάντα προς την πόρτα.
- Σε δύσκολες στιγμές, στρέφομαι στους φίλους και στην οικογένειά μου.
- Σε περίπτωση αδικίας, στρέφομαι στη δικαιοσύνη για να διεκδικήσω τα δικαιώματά μου.
- Όταν δεν ξέρω κάτι, στρέφομαι στα βιβλία και στις αξιόπιστες πηγές.
- Στο τέλος της χρονιάς, στρέφομαι στην αυτοκριτική για να βελτιώσω τις επιλογές μου.