αδιάφορος

επίθετο

1. Που δεν δείχνει ενδιαφέρον, συναισθηματική συμμετοχή ή προσοχή προς ένα πρόσωπο, γεγονός ή ζήτημα.

2. Που δεν επιδεικνύει φροντίδα, μέριμνα ή ενεργή ανταπόκριση απέναντι σε ανάγκες, αιτήματα ή περιστατικά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

ενδιαφερόμενος ενδιαφέρων ενθουσιώδης ενθουσιασμένος παθιασμένος αξιοθαύμαστος δραματικός εκθαμβωτικός εκστατικός ενδιαφέρον επιβλητικός θαυμαστός θελκτικός μαγευτικός σαγηνευτικός συγκλονιστικός συναισθηματικός τρυφερός φλογερός περίεργος φοβερός καταπληκτικός ερωτευμένος φανταστικός εντυπωσιακός εκπληκτικός καρδιακός κολλημένος ευαίσθητος ένθερμος δελεαστικός διαχυτικός θεαματικός καθηλωτικός κατάπληκτος μαγεμένος μεθυστικός ορεξάτος προβληματισμένος στοργικός συγκινητικός συγκλονισμένος συνταρακτικός τσιμπημένος χαρισματικός σπαρακτικός συγκινημένος ζεστός συναρπαστικός ενεργός δραστήριος προσηλωμένος ευαισθητοποιημένος αφοσιωμένος συμπονετικός πρόθυμος ένδοξος αγανακτισμένος ανοιχτόκαρδος απολαυστικός αρεστός διακεκριμένος εκλεκτός εξαίρετος ευμενής θαυμάσιος θαυματουργός θερμός κριτικός συμπαθής συντετριμμένος φιλάνθρωπος υπέροχος αγαπημένος τρομερός αγαπητός νευρικός δημοφιλής έκπληκτος φιλικός γοητευτικός πληγωμένος μαγνητικός σέξι ταραγμένος διαστημικός θεσπέσιος καυτός άναυδος ακαταμάχητος αναζωογονητικός ανεβασμένος αξιοσημείωτος αξιόλογος απαιτητικός δεκτικός διαπρεπής εκτιμητός ελεήμων εμβρόντητος ενοχλημένος επινοητικός ευλαβής θιγμένος καλοσυνάτος καλόκαρδος λατρεμένος λατρευτός μαχητικός μνημειώδης περιζήτητος προσφιλής πρόσχαρος σπλαχνικός συλλογισμένος υποστηρικτικός φανατικός ελκυστικός σημαντικός επιμελής προσεκτικός αγωνιώδης διατεθειμένος εκνευρισμένος εξαίσιος ευσεβής ευσυνείδητος κομβικός συμμετέχων συμπαθητικός χαμογελαστός χαρωπός ψαγμένος ευγνώμων υπεύθυνος αναστατωμένος σχετικός εραστής ανήσυχος δεμένος έξαλλος γελαστός γιορτινός γκρινιάρης διαλλακτικός εξέχων επιλεκτικός θορυβημένος καταξιωμένος λαχταριστός μοδάτος νόστιμος παιχνιδιάρης περίφημος προεξέχων προσαρμοσμένος στοχαστικός συναφής συνεργάσιμος φημισμένος φιλόξενος διεκδικητής εγκάρδιος σοκαρισμένος φαντασμαγορικός

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης ήταν αδιάφορος για τη συζήτηση και δεν συμμετείχε.
  • Η Μαρία ήταν αδιάφορη όταν άκουσε τα νέα.
  • Το φαγητό στο εστιατόριο ήταν αδιάφορο και δεν είχε ιδιαίτερη γεύση.
  • Η παράσταση χθες ήταν αδιάφορη και πολλοί θεατές απογοητεύτηκαν.
  • Παρά τις εκκλήσεις, οι συνάδελφοι παρέμειναν αδιάφοροι.