ανάλγητος
επίθετοΠου δεν δείχνει ή δεν διαθέτει συμπόνια και ευαισθησία απέναντι στον πόνο, τη δυστυχία ή τις ανάγκες άλλων, μένοντας ανεπηρέαστος και χωρίς συναισθηματική ανταπόκριση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γιατρός φάνηκε ανάλγητος μπροστά στον πόνο του ασθενούς.
- Η κυβέρνηση πήρε μια ανάλγητη απόφαση που άφησε πολλούς χωρίς βοήθεια.
- Οι εργοδότες ήταν ανάλγητοι απέναντι στις νόμιμες απαιτήσεις των εργαζομένων.
- Ο χρόνος είναι ανάλγητος· δεν κάνει εξαιρέσεις.
- Παρά την έκκληση για βοήθεια, εκείνη παρέμεινε ανάλγητη και έκλεισε την πόρτα.