παθητικός
επίθετο1. Που δέχεται ενέργεια, επίδραση ή κατάσταση χωρίς να αντιδρά ενεργά ή να την προκαλεί.
2. Που, στη γραμματική, δηλώνει φωνή στην οποία το υποκείμενο δέχεται την ενέργεια του ρήματος και δεν την ενεργεί.
Συνώνυμα
υποχωρητικός υποτακτικός υποταγμένος αδρανής ανενεργός απαθής δεκτικός υποδεκτικός συμβιβαστικός ανήμπορος ήπιος αδιάφορος παραδοτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φωνή στην πρόταση είναι παθητική.
- Ο Γιάννης είναι πολύ παθητικός στις σχέσεις του.
- Πολλοί γίνονται παθητικοί καπνιστές όταν βρεθούν σε καπνιστό χώρο.
- Ένα παθητικό στοιχείο στο κύκλωμα δεν απαιτεί εξωτερική τροφοδοσία.
- Οι παθητικοί επενδυτές συνήθως ακολουθούν δείκτες αντί να επιλέγουν μεμονωμένες μετοχές.