ταραγμένος

επίθετο

1. Που βρίσκεται σε κατάσταση έντονης εσωτερικής αναστάτωσης ή δυσκολίας συγκέντρωσης λόγω απροσδόκητων ή έντονων συναισθημάτων.

2. Που εκδηλώνει νευρική, ακανόνιστη ή αναταραχώδη συμπεριφορά, φωνή ή κίνηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιώργος ήταν ταραγμένος μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων.
  • Η Μαρία φαινόταν ταραγμένη και δεν μπορούσε να μιλήσει.
  • Η ταραγμένη θάλασσα έκανε το ταξίδι δύσκολο.
  • Οι πολίτες ήταν ταραγμένοι μετά τις νέες φορολογικές ανακοινώσεις.
  • Το σπίτι ήταν ταραγμένο από την καταστροφή.