εμβρόντητος
επίθετοΠου βρίσκεται σε κατάσταση έντονης έκπληξης ή αμηχανίας, αδυνατώντας προσωρινά να αντιδράσει ή να εκφραστεί, συχνά με παγωμένη ή άφωνη όψη.
Συνώνυμα
έκπληκτος κατάπληκτος αποσβολωμένος άναυδος σαστισμένος αφοπλισμένος σοκαρισμένος έκθαμβος άφωνος ξαφνιασμένος συγκλονισμένος καθηλωμένος απορημένος παγωμένος μαγεμένος εκστατικός συνεπαρμένος κομπλαρισμένος αναστατωμένος ζαλισμένος συγχυσμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έμεινε εμβρόντητος όταν άκουσε τα νέα για το ατύχημα.
- Η δασκάλα έμεινε εμβρόντητη μπροστά στην απρόσμενη απάντηση της μαθήτριας.
- Το κοινό έμεινε εμβρόντητο όταν εμφανίστηκε ξαφνικά ο διάσημος ηθοποιός.
- Μείναμε εμβρόντητοι μπροστά στο θέαμα των χιονισμένων βουνών.
- Ο επιστήμονας έμεινε εμβρόντητος από τα απρόσμενα αποτελέσματα του πειράματος.