φιλικός
επίθετο1. Που εκδηλώνει εγκάρδια, πρόθυμη και ευγενική συμπεριφορά προς άλλους, διευκολύνοντας την επικοινωνία και την αλληλεπίδραση.
2. Που χαρακτηρίζει σχέσεις ή ατμόσφαιρα αρμονική, συνεργάσιμη και χωρίς εχθρότητα.
Συνώνυμα
συμπαθητικός συμπαθής εύχρηστος οικολογικός γειτονικός πρόσχαρος φιλόξενος εγκάρδιος προσιτός ευπρόσιτος ευγενικός συνεργάσιμος ευνοϊκός ευμενής ζεστός κοινωνικός ευχάριστος εξωστρεφής χαμογελαστός καλοσυνάτος προσηνής οικείος θερμός αγαπητός συναδελφικός συντροφικός πρόθυμος καρδιακός ευγενής ανοιχτόκαρδος καλός αγαθός ανεπίσημος διαλλακτικός διαχυτικός ελεήμων καλόκαρδος προσβάσιμος στοργικός υποστηρικτικός
Αντώνυμα
εχθρικός αντιπαθητικός επιβλαβής απειλητικός εκφοβιστικός εχθρή νταής ξινός παγερός ψυχρός απρόσιτος αντικοινωνικός αδιάφορος δυσμενής τρομακτικός κρύος ανατριχιαστικός αρνητικός απεχθής απρόσωπος απόμακρος βδελυρός αγενής αντιπαθής απαγορευτικό αποξενωμένος δύστροπος σκυθρωπός σπαστικός επιθετικός απρόθυμος αντίθετος απομακρυσμένος εσωστρεφής μοναχικός αγριεμένος κακόβουλος κατσούφης
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φιλικός γείτονας μας βοήθησε με τη μετακόμιση.
- Η φιλική ατμόσφαιρα στο γραφείο κάνει τη δουλειά ευχάριστη.
- Το νέο πρόγραμμα είναι φιλικό προς τον χρήστη.
- Παίξαμε έναν φιλικό αγώνα ποδοσφαίρου το Σάββατο.
- Οι φιλικοί δεσμοί μεταξύ των δύο χωρών ενισχύθηκαν.
- Η εταιρεία εφαρμόζει φιλικές προς το περιβάλλον πολιτικές.