συμπονετικός
επίθετο1. Που νιώθει ή εκδηλώνει συμπόνια και λύπηση για τον πόνο, τη δυστυχία ή τη δυσκολία άλλων.
2. Που ενεργεί με τη διάθεση να προσφέρει βοήθεια, ανακούφιση ή υποστήριξη σε όσους υποφέρουν.
Συνώνυμα
ευσπλαχνικός σπλαχνικός καλόψυχος καλόκαρδος ελεήμων συμπάσχων φιλάνθρωπος ανθρωπιστικός συμπαραστατικός αλληλέγγυος ανοιχτόκαρδος ευμενής ανθρώπινος συμπαθητικός ευγενικός στοργικός αγαθός διαλλακτικός συγχωρητικός καλοπροαίρετος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γιατρός ήταν συμπονετικός με τους ασθενείς του.
- Ο γείτονας ήταν συμπονετικός όταν άκουσε τα προβλήματά της.
- Είναι ένας συμπονετικός άνθρωπος και παρηγορεί πάντα τους φίλους του.
- Ο νόμος κρίθηκε συμπονετικός απέναντι στους πρόσφυγες.
- Παρά τις δυσκολίες, ο πατέρας παρέμεινε συμπονετικός και υποστηρικτικός.