ατάραχος

επίθετο

1. Που δεν ταράζεται εύκολα και διατηρεί την ψυχραιμία και τον αυτοέλεγχο σε δύσκολες, αναστατωτικές ή επικίνδυνες περιστάσεις.

2. Που παραμένει ανέπαφος από εξωτερικές αναταραχές και δεν παρουσιάζει εμφανείς αλλαγές στη συμπεριφορά ή στην κατάσταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καθηγητής παρέμεινε ατάραχος μπροστά στην έκπληξη των φοιτητών.
  • Η νοσοκόμα έμεινε ατάραχη ενώ επικρατούσε πανικός στη μονάδα.
  • Η ατάραχη θάλασσα γυάλιζε κάτω από το φεγγάρι.
  • Παρά τις πιέσεις, οι μάρτυρες παρέμειναν ατάραχοι στην εξέταση.
  • Ο διευθυντής μίλησε με ατάραχο ύφος και διατήρησε την τάξη.