στοργικός
άλλοΠου δείχνει ζεστή, τρυφερή και προστατευτική φροντίδα προς κάποιον ή κάτι.
Συνώνυμα
τρυφερός αγαπητικός στοργιώδης μητρικός πατρικός θερμός ζεστός αγαπησιάρης φροντιστικός αγαπητός διαχυτικός καλόκαρδος σπλαχνικός γλυκός φιλικός καλοσυνάτος ευσπλαχνικός συμπονετικός συναισθηματικός εγκάρδιος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πατέρας ήταν στοργικός με τα παιδιά του.
- Η μητέρα χάιδεψε το μωρό με μια στοργική κίνηση.
- Η δασκάλα μιλούσε με στοργική φωνή.
- Αποζητούσε έναν στοργικό σύντροφο.
- Το σκυλί έγινε πιο στοργικό μετά την περίθαλψη.