ανεπηρέαστος
επίθετο1. Που δεν επηρεάζεται από εξωτερικές επιδράσεις, πίεση ή την άποψη άλλων, και διατηρεί την ίδια στάση, γνώμη ή συμπεριφορά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
επηρεασμένος επηρεάσιμος μεροληπτικός έκπληκτος θιγμένος μαγεμένος συγκινητικός συγκλονισμένος ευπρόσβλητος εξαρτημένος υποκειμενικός ευαίσθητος εντυπωσιασμένος συγκινημένος ταραγμένος φτιαγμένος αγχωμένος ενδιαφερόμενος ευπαθής συναισθηματικός ενδιαφέρον νευρικός
Παραδείγματα χρήσης
- Παρά τις επικρίσεις, έμεινε ανεπηρέαστος.
- Ο διαιτητής παρέμεινε ανεπηρέαστος καθ' όλη τη διάρκεια του αγώνα.
- Ο ερευνητής έμεινε ανεπηρέαστος απέναντι στις πιέσεις των χορηγών.
- Ο φάκελος έφτασε ανεπηρέαστος στο γραφείο.
- Ο τομέας της γεωργίας έμεινε ανεπηρέαστος από τις νέες ρυθμίσεις.