αξιοσημείωτος
επίθετο1. Που αξίζει να παρατηρηθεί ή να αναφερθεί λόγω ιδιαιτερότητας, ασυνήθιστου χαρακτηριστικού ή έντονης επίδρασης.
2. Που έχει τέτοιο μέγεθος, ένταση ή έκταση ώστε να γίνεται εύκολα αντιληπτός ή να προκαλεί συζήτηση.
Συνώνυμα
αξιοπρόσεκτος σπουδαίος αξιόλογος αξίολογος αξιομνημόνευτος αξιοθαύμαστος σημαντικός εντυπωσιακός ξεχωριστός διακεκριμένος εξέχων ιδιαίτερος ενδιαφέρων εξαιρετικός εκπληκτικός θεαματικός πρωτοφανής επιβλητικός φοβερός αισθητός περίφημος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αξιοσημείωτη πρόοδος στην έρευνα οδήγησε στην ανάπτυξη νέων θεραπειών.
- Καταγράφηκε ένας αξιοσημείωτος αριθμός συμμετεχόντων στο συνέδριο.
- Παρατηρήθηκε αξιοσημείωτη βελτίωση στην απόδοση των μαθητών μετά το φροντιστήριο.
- Οι αξιοσημείωτοι επιστήμονες παρουσίασαν νέες θεωρίες στο συνέδριο.
- Το γεγονός αυτό δεν είναι αξιοσημείωτο, αλλά αξίζει να το σημειώσουμε.