αξιοσημείωτος

επίθετο

1. Που αξίζει να παρατηρηθεί ή να αναφερθεί λόγω ιδιαιτερότητας, ασυνήθιστου χαρακτηριστικού ή έντονης επίδρασης.

2. Που έχει τέτοιο μέγεθος, ένταση ή έκταση ώστε να γίνεται εύκολα αντιληπτός ή να προκαλεί συζήτηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αξιοσημείωτη πρόοδος στην έρευνα οδήγησε στην ανάπτυξη νέων θεραπειών.
  • Καταγράφηκε ένας αξιοσημείωτος αριθμός συμμετεχόντων στο συνέδριο.
  • Παρατηρήθηκε αξιοσημείωτη βελτίωση στην απόδοση των μαθητών μετά το φροντιστήριο.
  • Οι αξιοσημείωτοι επιστήμονες παρουσίασαν νέες θεωρίες στο συνέδριο.
  • Το γεγονός αυτό δεν είναι αξιοσημείωτο, αλλά αξίζει να το σημειώσουμε.