αποστασιοποιημένος

επίθετο

1. Που τηρεί συναισθηματική απόσταση από άλλους, παρουσιάζοντας περιορισμένη συναισθηματική ανταπόκριση ή ελάχιστη προσωπική εμπλοκή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά τον χωρισμό, ο Νίκος έμεινε αποστασιοποιημένος από τους φίλους και την οικογένεια.
  • Ο δικαστής παρέμεινε αποστασιοποιημένος, αποφεύγοντας να δείξει προκατάληψη κατά τη διάρκεια της δίκης.
  • Ως ερευνητής, ο Δημήτρης προσπάθησε να παραμείνει αποστασιοποιημένος από τα αποτελέσματα για να διασφαλίσει την αντικειμενικότητα.
  • Κατά τη διαδήλωση, ο πολίτης στάθηκε αποστασιοποιημένος, παρακολουθώντας από απόσταση χωρίς να εμπλακεί.
  • Στη σύσκεψη, ο συνάδελφος φάνηκε αποστασιοποιημένος, χωρίς να συμμετέχει ενεργά στη συζήτηση.