φημισμένος
επίθετο1. Που έχει μεγάλη φήμη ή ευρεία αναγνωρισιμότητα, λόγω προσόντων, έργων, συμπεριφοράς ή περιστάσεων.
2. Που ξεχωρίζει και αναγνωρίζεται ευρέως σε συγκεκριμένο χώρο ή κοινωνικό πλαίσιο.
Συνώνυμα
διάσημος ξακουστός ονομαστός περίφημος γνωστός επώνυμος διακεκριμένος επιφανής προβεβλημένος περιβόητος διαπρεπής καταξιωμένος δημοφιλής σταρ διαβόητος σπουδαίος ευυπόληπτος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φημισμένος σεφ άνοιξε νέο εστιατόριο στην πόλη.
- Το μουσείο θεωρείται φημισμένο για τη συλλογή του από αρχαία έργα.
- Πολλοί τον θεωρούν φημισμένο για την ειλικρίνειά του, παρότι υπάρχουν αντίθετες μαρτυρίες.
- Οι φημισμένες παραδόσεις του νησιού προσελκύουν επιστήμονες και τουρίστες.
- Έγινε φημισμένος όχι για τα κατορθώματά του, αλλά για ένα σκάνδαλο.