αγανακτισμένος
επίθετοΠου αισθάνεται ή εκφράζει έντονη ψυχική αναστάτωση και δυσαρέσκεια εξαιτίας αδικίας, προσβολής ή επαναλαμβανόμενης ενόχλησης.
Συνώνυμα
οργισμένος εξοργισμένος θυμωμένος εκνευρισμένος ενοχλημένος αναστατωμένος έξαλλος θιγμένος διαμαρτυρόμενος εξαγριωμένος δυσαρεστημένος τσαντισμένος ταραγμένος σκανδαλισμένος αηδιασμένος παραπονεμένος πικραμένος σκασμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αγανακτισμένος πολίτης διαμαρτυρήθηκε για τις αυξήσεις στα τέλη.
- Η αγανακτισμένη μητέρα ζήτησε εξηγήσεις από το σχολείο.
- Οι αγανακτισμένοι στην πλατεία απαιτούσαν αλλαγές στη διοίκηση.
- Μίλησε με αγανακτισμένο τόνο όταν περιέγραψε την αδικία.
- Η απάντησή της ήταν αγανακτισμένη και περιείχε έντονα παράπονα.