εξαίρετος

επίθετο

1. Που διακρίνεται για την εξαιρετικά υψηλή ποιότητα, ικανότητα ή αξία σε σχέση με το συνηθισμένο ή αναμενόμενο.

2. Που αποτελεί σπάνια ή αξιοσημείωτη εξαίρεση από τον κανόνα ή τη γενική τάση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καθηγητής είναι εξαίρετος στη διδασκαλία του.
  • Η γιατρός έκανε εξαίρετη δουλειά στο χειρουργείο.
  • Το νέο λογισμικό αποδείχθηκε εξαίρετο για την επίλυση του προβλήματος.
  • Οι μαθητές ήταν εξαίρετοι στην παρουσίασή τους.
  • Η θέα από την κορυφή ήταν εξαίρετη και αξέχαστη.