άνοστος
επίθετο1. Που έχει ελαττωμένη ή ανύπαρκτη γεύση, χωρίς έντονη γευστική νότα, άρωμα ή αλατότητα που να χαρακτηρίζει το τρόφιμο ή το ποτό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
νόστιμος νοστιμότατος αστείος απολαυστικός ορεξάτος γευστικός αρωματικός πλούσιος έντονος διασκεδαστικός λαχταριστός οξύ σαγηνευτικός πικάντικος ζουμερός καυτερός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καφές σήμερα είναι άνοστος.
- Ο ζωμός που έφτιαξα βγήκε άνοστος, χρειάζεται αλάτι.
- Ο παρουσιαστής ήταν άνοστος και η συζήτηση δεν κράτησε το ενδιαφέρον.
- Ο χαρακτήρας του μυθιστορήματος ήταν άνοστος και χωρίς βάθος.
- Ο πίνακας στον τοίχο μου φαίνεται άνοστος για το χώρο.