άψυχος
επίθετο1. Που δεν έχει ζωή ή ζωτικότητα, για όντα ή αντικείμενα που δεν εκδηλώνουν βιολογικές λειτουργίες ή κίνηση.
2. Που στερείται συναισθηματικής έκφρασης ή συμπόνιας, λειτουργώντας χωρίς συγκίνηση ή εσωτερική θερμότητα.
Συνώνυμα
νεκρός ψυχρός άκαρδος σκληρόκαρδος ψυχρόκαρδος απαθής απάνθρωπος απρόσωπος ασυγκίνητος αδιάφορος σκληρός ρομποτικός ανόργανος ακίνητος αναίσθητος κρύος άχρωμος ερημικός ξύλινος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το άψυχο σώμα βρέθηκε στην ακρογιαλιά.
- Το άψυχο κτίριο μαρτυρούσε χρόνια εγκατάλειψης.
- Η άψυχη απάντησή του δεν έκρυβε κανένα συναίσθημα.
- Ο άψυχος παρατηρητής έμεινε απαθής μπροστά στην τραγωδία.
- Τα άψυχα μάτια της κούκλας έμοιαζαν να σε παρακολουθούν.