χλιαρός
επίθετο1. Που έχει μέτρια θερμοκρασία, αισθητή ως ελαφριά θερμότητα στην αφή αλλά όχι αρκετή για να θεωρηθεί ζεστό.
2. Που εκφράζει μέτριο ή περιορισμένο ενδιαφέρον, ενθουσιασμό ή ένταση, χωρίς ιδιαίτερη επιμονή.
Συνώνυμα
μισοζεστός ζεστός ήπιος μέτριος υποτονικός αδιάφορος απαθής μουδιασμένος διστακτικός άτονος νερουλός ανέμπνευστος ψυχρός αδύναμος ανιαρός βαρετός μαλακός ικανοποιητικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καφές είναι χλιαρός.
- Έβαλα το παιδί στη χλιαρή μπανιέρα.
- Το φαγητό σερβιρίστηκε χλιαρό, οπότε το ζεστάναμε ξανά.
- Η αντίδραση του κοινού ήταν χλιαρή, χωρίς ενθουσιασμό.
- Οι κριτικές για την παράσταση ήταν χλιαρές.