προεξέχων
άλλοΠου βρίσκεται ή προεξέχει περισσότερο από το γύρω σύνολο, ώστε να γίνεται εύκολα αντιληπτός.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αφανής ανώνυμος ασήμαντος κρυμμένος βυθισμένος άσημος παραγκωνισμένος υποβαθμισμένος δευτερεύων περιθωριακός αμελητέος αδιάφορος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο προεξέχων βράχος εμπόδιζε το μονοπάτι.
- Ο Δρ. Παπαδόπουλος ήταν προεξέχων επιστήμονας στον τομέα της βιολογίας.
- Στην πρόσοψη του ναού διακρίνεται ένας προεξέχων κίονας.
- Ο προεξέχων λόγος της συζήτησης αφορούσε την οικονομία.
- Ο προεξέχων ηγέτης του κινήματος συνέβαλε στις μεταρρυθμίσεις.