αρνητικός
επίθετο1. Που εκφράζει άρνηση ή απορρίπτει πρόταση, αίτημα ή δήλωση.
2. Που έχει τιμή ή πρόσημο μικρότερο του μηδενός σε μαθηματικά, φυσικές μετρήσεις ή οικονομικά.
3. Που δηλώνει απαισιοδοξία, κριτική στάση ή επισημαίνει αρνητικά στοιχεία και συνέπειες.
Συνώνυμα
αντίθετος επικριτικός αμφισβητικός απορριπτικός απαισιόδοξος δυσμενής επιζήμιος εχθρικός σκεπτικός απρόθυμος διστακτικός ψυχρός αδιάφορος ζημιογόνος γκρινιάρης μουρμούρης προκατειλημμένος
Αντώνυμα
θετικός ευνοϊκός συναινετικός αισιόδοξος υποστηρικτικός ενθαρρυντικός φιλικός επιδοκιμαστικός ωφέλιμος συμφωνητικός διατεθειμένος δεκτικός ευεργετικός ενθουσιώδης πρόθυμος ανοιχτός ελπιδοφόρος συνεργάσιμος
Παραδείγματα χρήσης
- Το αποτέλεσμα του τεστ ήταν αρνητικό.
- Ο διευθυντής ήταν αρνητικός στην πρόταση της ομάδας.
- Η κριτική ήταν αρνητική και μείωσε το ενδιαφέρον του κοινού.
- Οι δείκτες στο διάγραμμα δείχνουν αρνητική τάση.
- Η θερμοκρασία έπεσε σε αρνητικούς βαθμούς.