συναρπαστικός
επίθετο1. Που προκαλεί έντονη συγκίνηση ή ζωηρό ενδιαφέρον, διεγείροντας συναισθήματα και κρατώντας την προσοχή.
2. Που δημιουργεί αγωνία ή ένταση λόγω της εξέλιξης ή των χαρακτηριστικών του, ιδίως σε γεγονότα, αφηγήσεις ή εμπειρίες.
Συνώνυμα
καθηλωτικός πιαστικός συναρπάζων συγκλονιστικός μαγευτικός εκπληκτικός εντυπωσιακός σαγηνευτικός γοητευτικός φαντασμαγορικός εκθαμβωτικός μαγνητικός αγωνιώδης εξαιρετικός θαυμαστός γαμάτος υπέροχος φοβερός ενδιαφέρων θεαματικός συνταρακτικός συγκινητικός ανατριχιαστικός καταιγιστικός τρελός ενθουσιώδης εκστατικός ελκυστικός διασκεδαστικός μαγικός δυναμικός δραματικός εξαίσιος θελκτικός ακαταμάχητος δελεαστικός χαρισματικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αυτό το μυθιστόρημα είναι συναρπαστικό.
- Η παράσταση ήταν συναρπαστική από την αρχή ως το τέλος.
- Οι εξελίξεις στην υπόθεση ήταν συναρπαστικές και απρόβλεπτες.
- Ήταν ένας συναρπαστικός ομιλητής που ενέπνευσε πολλούς.
- Είναι συναρπαστικό να παρακολουθείς την πρόοδο της τεχνολογίας.